VIVI VERDE Βιολογικά Σπαγγέτι σκληρού σίτου 500 Γρ.

Τα βιολογικά Σπαγγέτι σκληρού σίτου Vivi Verde παρασκευάζονται από 100% Ιταλικό σιτάρι. Οι επιλεγμένες καλλιέργειες είναι οργανικές και σέβονται το περιβάλλον για την παραγωγή ενός μοναδικού ζυμαρικού!

Προέλευση:
Ιταλία

Χωρητικότητα:

500 γρ

Κατηγορίες: ,

Περιγραφή

Χωρίς χρήση GMO
Χωρίς χρήση φυτοφαρμάκων
Προϊόν βιολογικής καλλιέργειας
Χωρίς προσθετικά γεύσης
Χωρίς τροπικά έλαια
Προϊόν οργανικής καλλιέργειας

 

 

Η Ιταλική φύση και η Ιταλική παράδοση στην παραγωγή ζυμαρικών, μας προσφέρουν σπαγγέτι μοναδικής γεύσης. Προϊόν το οποίο, όπως και όλα τα βιολογικά προϊόντα Vivi Verde πληροί τις αυστηρότερες προδιαγραφές παραγωγής, συσκευασίας και αποθήκευσης, έτσι ώστε να φτάνει στο πιάτο σας …σαν να παράγεται στην φύση!

Ήρθαν τα Βιολογικά Σπαγγέτι VIVI VERDE για να κάνουν τα ζυμαρικά τον πρωταγωνιστή του τραπεζιού!

Γιατί είναι παραγμένα από 100% Ιταλικό σιτάρι από βιολογικές και περιβαλλοντικά βιώσιμες καλλιέργειες!

Γιατί η τεχνική άλεσης του μας φέρνει ζυμαρικά πλούσια σε φυτικές ίνες με πιο απολαυστική γεύση και άρωμα από τα κλασικά ζυμαρικά σκληρού σίτου!

Γιατί, παράγονται με παραδοσιακές Ιταλικές μεθόδους από χάλκινες μήτρες, για να έχουμε ένα ζυμαρικό, που απορροφά όλη την γεύση της σάλτσας!

Gragnano: H «Πόλη των Μακαρονιών» που έφερε την επανάσταση στα ζυμαρικά!

Στην πόλη Gragnano, μια πόλη 29.000 κατοίκων που βρίσκεται 30 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Νάπολης στην περιοχή της Καμπανίας της Ιταλίας, ο άνεμος χτυπάει σαν κουδούνισμα, ρυθμικά, όλη την ημέρα. 

Οι κάτοικοι του Gragnano, σκέφτηκαν πώς να αξιοποιήσουν το «La Mistral», αυτόν τον δροσερό και ξηρό άνεμο, που πνέει από την Προβηγκία στη Μεσόγειο. Κάπως έτσι γεννήθηκε η ιδέα της καθημερινής παραγωγής ζυμαρικών από τους κατοίκους, λόγω της προβλεψιμότητας αυτού του ανέμου, που φυσά μέσα από το χωριό και την κοιλάδα.

Η πόλη Gragnano, γνωστή και ως «Città della Pasta», έγινε γνωστή για το ”λευκό χρυσό” δλδ, τα μακαρόνια, όταν άλλαξε από την κύρια ασχολία των κατοίκων που ήταν η ενασχόληση με το μετάξι στα τέλη του 1700 μ.Χ., καθώς οι μεταξοσκώληκες άρχισαν ξαφνικά να πεθαίνουν από εισβολή παρασίτων.

Η παράδοση, όμως, της παραγωγής ξηρών ζυμαρικών στην πόλη ξεκινά από πιο παλιά, σύμφωνα με τους ιστορικούς, οι οποίοι παραθέτουν έγγραφα, τα οποία χρονολογούνται από τα 1200 μ.Χ. και μιλούν για την παραγωγή seccata (αποξηραμένα ζυμαρικά). Την ίδια εποχή, ο προσωπικός γιατρός του βασιλιά Γουλιέλμου Β’ της Σικελίας, Giovanni Ferrario, διακήρυξε τα οφέλη των ξηρών ζυμαρικών του Gragnano, συμβουλεύοντας τους ασθενείς με τυφοειδή πυρετό να τρώνε al dente vermiculos, δλδ ένα μακρύ ζυμαρικό ελαφρώς παχύτερο από τα σπαγγέτι.

Τα νωπά ζυμαρικά, ένα μείγμα αλευριού από σιτάρι και νερό, που δένουν μεταξύ τους με αυγά, ήταν πιο συνηθισμένα στις περιφέρειες του Πεδεμοντίου, της Λομβαρδίας και του Βένετο, όπου η ζύμη πιεζόταν μέσω κυλίνδρων για να σχηματιστούν ταλιατέλες ή τορτελίνια. 

Τα ξηρά ζυμαρικά, από την άλλη, απαιτούν μόνο δύο συστατικά: νερό και σιμιγδάλι σκληρού σίτου, το οποίο παράγεται μέσω παραδοσιακών χάλκινων μήτρων, που δίνουν μια χονδροειδή υφή στο τελικό προϊόν, προσφέροντας στο ζυμαρικό την ικανότητα να απορροφά περισσότερη σάλτσα. Στο Gragnano, τα ξηρά ζυμαρικά είναι κάτι παραπάνω από παράδοση είναι τέχνη.

Η πόλη είναι περιτριγυρισμένη από βουνά σε τρεις πλευρές και από τη θάλασσα από την άλλη, δημιουργώντας ένα φαινόμενο σκιάς, ιδανικό για την ξήρανση των ζυμαρικών. Τα κτίρια είναι κλιμακωτά έτσι ώστε ο υγρός άνεμος, ο οποίος φυσάει αρκετές φορές την ημέρα, να παρέχει φυσικό αερισμό σχηματίζοντας μια «σήραγγα» κατά μήκος της αρχαίας οδού της πόλης την Via Roma, όπου χτίστηκε και το μεγαλύτερο μέρος των εργοστασίων. Στο παρελθόν, σχεδόν κάθε οικογένεια στο Gragnano παρήγαγε ζυμαρικά, ως μια αρχαία παράδοση με τον ”λευκό χρυσό” να αποτελεί στην ουσία την οικονομία της πόλης.

Τον 19ο αιώνα, η πόλη Gragnano ήταν μια από τις πιο διάσημες ενδιάμεσες στάσεις του Grand Tour, όταν οι πλούσιοι Ευρωπαίοι ολοκλήρωναν την πολιτιστική τους εκπαίδευση με ταξίδια για τη μελέτη των αρχαίων πολιτισμών της Ευρώπης. στην Ελλάδα και την Ιταλία, επισκεπτόμενοι χώρους, όπως ο Παρθενώνας και η Πομπηία. Όταν έρχονταν οι Ευρωπαίοι ευγενείς στο Gragnano, έπαιρναν ζυμαρικά μαζί τους για να αποδείξουν πως βρέθηκαν στην πόλη Gragnano.

Περίπου το 70% του πληθυσμού του Gragnano, εκείνη την εποχή ασχολούνταν με τον τομέα των ζυμαρικών και 100.000 κιλά ζυμαρικών παράγονταν καθημερινά. Όταν ο βασιλιάς Ferdinand II της Νάπολης επισκέφθηκε την πόλη στα μέσα του 1800 μ.Χ., έμεινε τόσο εντυπωσιασμένος, που επέλεξε τους παραγωγούς ζυμαρικών της Gragnano, ως επίσημους προμηθευτές του για το καλοκαιρινό ανάκτορο στην Quisisana.

Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, τα ξηρά ζυμαρικά της πόλης ήταν τόσο δημοφιλή, ώστε ο Δήμος του Gragnano άρχισε να καταστρέφει τα παλιά κτίρια για να κάνει δρόμους για τα δεκάδες εργοστάσια και οικογενειακές επιχειρήσεις

Άλλωστε, ο τρόπος αποξήρανσης των ζυμαρικών di Gragnano ήταν μια πραγματική τέχνη, βελτιωμένη ανά τους αιώνες και η οποία πέρασε, ως οικογενειακή μυστική συνταγή, από γενιά σε γενιά. Δεδομένου ότι δεν υπήρχαν συντηρητικά ή αντιβακτηριακά προϊόντα εκείνη την εποχή, η διατήρηση των ζυμαρικών εξαρτιόταν απόλυτα από την βραδεία ξήρανση. Τα κτίρια τοποθετήθηκαν έτσι ώστε να μην σκιάζουν τους γείτονες και η Via Roma διευρύνθηκε για να διευκολύνει τους κατασκευαστές ζυμαρικών να λαμβάνουν πρώτες ύλες από την Valle dei Mulini.

Τα εργοστάσια εξήγαγαν τεράστιες ποσότητες ζυμαρικών προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και την ζήτηση από τους Ιταλούς που μετανάστευσαν εκεί πριν από το Οικονομικό Κραχ του 1929. Τότε, τα ζυμαρικά του Gragnano ήταν  πιο δημοφιλή εκτός Ιταλίας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1900, το Gragnano μετρούσε περίπου 120 εργοστάσια ζυμαρικών.

Ωστόσο, η βιομηχανική άνθηση αντικατέστησε την παραδοσιακή μέθοδο ξήρανσης με βιομηχανοποιημένες διαδικασίες σε αεριζόμενους χώρους, μειώνοντας έτσι τον αριθμό των εργοστασίων από 120 σε 42. Τα εργοστάσια αυξήθηκαν σε μέγεθος, αλλά μειώθηκαν σε αριθμό. Και ενώ εξήγαγαν ζυμαρικά σε νέες αγορές, τα βιομηχανικά εργαλεία αντικατέστησαν τους ανθρώπους, αυξάνοντας την ανεργία. Αυτός ήταν και ο καταλύτης που οδήγησε πολλούς εργάτες στο Gragnano να μεταναστεύσουν στις ΗΠΑ αναζητώντας εργασία. Έπειτα την Οικονομική κρίση της δεκαετίας του ‘30, μεγάλα βιομηχανικά συγκροτήματα φτιάχτηκαν και σε άλλες περιοχές της Ιταλίας, γεγονός που ανάγκασε πολλά εργοστάσια ζυμαρικών di Gragnano να κλείσουν. Τα επιζώντα εργοστάσια ζυμαρικών συνειδητοποίησαν ότι δεν ήταν δυνατό να ανταγωνιστούν τις μεγάλες εταιρείες ζυμαρικών όσον αφορά την παραγωγή και τις τιμές πώλησης, έτσι όλοι εστίασαν στην ποιότητα των ζυμαρικών τους.

Όταν οι εξαγωγές προς τις ΗΠΑ απαγορεύτηκαν, στο πλαίσιο του σχεδίου της κυβέρνησης για οικονομική αυτάρκεια κατά τη διάρκεια του Β‘ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Ιταλοί στις ΗΠΑ, που εισήγαγαν κάποτε το ”λευκό χρυσό” αναδημιούργησαν τη διαδικασία βραδείας ξήρανσης με τη βοήθεια μηχανών για την παραγωγή Ιταλικού στυλ ζυμαρικών για την Αμερικάνικη αγορά. Όμως δεν μπορούσε να αναπαραχθεί προϊόν με την ίδια γεύση. 

Άλλωστε, τα ζυμαρικά di Gragnano έχουν μοναδική γεύση και για άλλους λόγους, εκτός από την διαδικασία επεξεργασίας του. Το νερό στην περιοχή, χαρακτηρίζεται από χαμηλά επίπεδα μεταλλικών στοιχείων, που δεν μεταβάλλουν τη γεύση των ζυμαρικών σε σύγκριση με άλλες περιοχές, ενώ το σκληρό σιτάρι φθάνει μόνο σε τρεις ώρες από την συγκομιδή του στην Puglia στο Gragnano, έτσι ώστε το σιμιγδάλι να είναι φρέσκο και να μην υπάρχει χρόνος για ανάπτυξη τοξινών.

‘Έτσι, έμβλημα του Gragnano έγινε μια δέσμη σιταριού και ένα χέρι, που κρατά την δέσμη σαν σπαγγέτι, και το οποίο, συμβολίζει τη σχέση μεταξύ της γης και της χειρωνακτικής εργασίας για την παραγωγή αυτού του μοναδικού προϊόντος.

Το 2013, τα ζυμαρικά Gragnano χαρακτηρίστηκαν από την ΕΕ ως προϊόντα με Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης (Π.Ο.Π.). 


ΠΗΓΗ:  https://parallaximag.gr

Αξιολογήσεις

Δεν υπάρχει καμία αξιολόγηση ακόμη.

Δώστε πρώτος μία αξιολόγηση “VIVI VERDE Βιολογικά Σπαγγέτι σκληρού σίτου 500 Γρ.”

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.